|
20/08/09: Παναγιώτου: ΜΜΕ: γιατί αποτυγχάνουν οι “προβλέψεις” τους; Τα ΜΜΕ δεν αναλύουν σε βάθος τα γεγονότα αλλά τα παρουσιάζουν επιφανειακά και αν δεν είναι κατευθυνόμενα, πράγμα σπάνιο, τότε αυτό που καταλήγει, ως τελικό προϊόν, στον αναγνώστη είναι η παρουσίαση μίας είδησης από την οπτική γωνία του δημοσιογράφου που την παρουσιάζει και τίποτε παραπάνω. Ειδικά όσον αφορά στα χρηματιστηριακά ΜΜΕ, οι περισσότερες ενδιαφέρουσες ειδήσεις έχουν να κάνουν με τα διεθνή χρηματιστηριακά κέντρα, απ' όπου και πηγάζουν οι εξελίξεις που επηρεάζουν και την περιφέρεια. Το ρόλο του βασικού διαχειριστή ειδήσεων παίζουν ελάχιστα διεθνή ΜΜΕ τα οποία και εμπορεύονται την πληροφορία / είδηση με τρόπο που εξυπηρετεί, μεταξύ άλλων και τα συμφέροντά τους. Τα ΜΜΕ της περιφέρειας (όπως για παράδειγμα τα ελληνικά) μεταφράζουν και αναμεταδίδουν τα διεθνή νέα, μεταφέροντας, ουσιαστικά, το μήνυμα το οποίο θέλει να μεταδώσει το κέντρο προς την περιφέρεια και εν τέλει συμμετέχουν ως απλοί διαμεσολαβητές / μεταφορείς, στο εμπόριο ειδήσεων. Το συμπέρασμα είναι πως δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε απόλυτα τα ΜΜΕ έστω και αν κάποιο συγκεκριμένο μας φαίνεται αξιόπιστο και ανεξάρτητο, γιατί, ακόμη και αν αυτό ισχύει τυπικά, στην ουσία, το μεγαλύτερο τμήμα των ειδήσεων που μεταδίδεται προέρχεται από διεθνείς πηγές με συγκεκριμένα συμφέροντα. Έτσι, άπαξ και τα διεθνή ΜΜΕ αρχίσουν να προωθούν μία είδηση, αυτή, σταδιακά, αρχίζει να προωθείται και από τα ΜΜΕ της περιφέρειας και σύντομα γίνεται κοινώς αποδεκτή και θεωρούμενη ως “κοινή γνώση”. Στην πράξη, όμως, μπορεί να είναι, απλώς, μία ελεγχόμενη είδηση η οποία εξυπηρετεί, για παράδειγμα, τα συμφέροντα του έξυπνου χρήματος. Μία από τις περιπτώσεις που αποκαλύψαμε στην ΕΚΤΑ κατά τη διάρκεια της τρέχουσας δεκαετίας, ήταν αυτή που αφορούσε στον “κίνδυνο” του πληθωρισμού. Διαδίδοντας και διαχέοντας αυτόν το φόβο παντού, τα διεθνή ΜΜΕ, πέτυχαν να πείσουν εκατομμύρια καταναλωτές ότι ο πληθωρισμός και τα επιτόκια δανεισμού θα εκτοξεύονταν στα ύψη, με αποτέλεσμα οι τραπεζικές καταθέσεις να κινδυνεύουν και τα, εκάστοτε, τρέχοντα επιτόκια να φαίνονται πολύ δελεαστικά. Με αυτόν τον τρόπο ενισχύθηκε η τάση για δανεισμό και εξασθένησε η τάση για αποταμίευση. Η εξίσωση αυτή ευνόησε την πλασματική ανάπτυξη μέσω της κατανάλωσης και της αύξησης της ρευστότητας και συνέβαλλε καταλυτικά στη δημιουργία της φούσκας ακινήτων, δανείων και ρευστότητας και στο τέλος και της φούσκας των μετοχών. Στο επόμενο διάγραμμα βλέπουμε, στο κάτω μέρος, το γράφημα της τάσης αναφορών των ΜΜΕ διεθνώς στον “πληθωρισμό” στα τελευταία 6 χρόνια. Από το 2004 μέχρι το 2006 οι αναφορές αυξάνονται σταθερά και η τάση είναι ανοδική. Το 2007 η ταχύτητα της τάσης ενισχύεται και στο 1ο εξάμηνο του 2008 απογειώνεται. Ταυτόγχρονα, το 2008 απογειώθηκε και η αναζήτηση της λέξης “πληθωρισμός” από τους επισκέπτες του google, καθώς, την ώρα που ο αντιπληθωρισμός ήταν πιο παρόν από ποτέ, τα ΜΜΕ αναφέρονταν στον κίνδυνο του πληθωρισμού περισσότερο από ποτέ.
Το πέρας του χρόνου, ωστόσο, απέδειξε πως η πραγματική απειλή δεν ήταν ο πληθωρισμός και πως οι καταναλωτές δεν έπρεπε να χρεωθούν με δάνεια και ότι τελικά, τα επιτόκια ακολούθησαν πτωτική και όχι ανοδική πορεία κλπ. Το επόμενο γράφημα δείχνει την τάση της αναφοράς των ΜΜΕ στον “αντιπληθωρισμό” και την τάση της αναζήτησης της λέξης από τους επισκέπτες του google. Πόσο ειρωνικό είναι το γεγονός πως λίγους μήνες μετά το ρεκόρ αναφορών στον πληθωρισμό, στα τέλη του 2008 καταγράφηκε ρεκόρ αναφορών για τον αντιπληθωρισμό. Και ενώ τον Αύγουστο η FED κρατούσε τα επιτόκια σταθερά εξαιτίας του πληθωρισμού, το Νοέμβριο τα κρατούσε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα εξαιτίας του αντιπληθωρισμού... Είναι, λοιπόν, το σύστημα δομημένο έτσι ώστε η “πρόβλεψη” από τα χρηματιστηριακά ΜΜΕ να αποτελεί, απλά, μία αναμετάδοση της είδησης που σε κάποια δεδομένη στιγμή εξυπηρετεί το έξυπνο χρήμα; Όπως αποδεικνύεται, συχνά ναι. Φτάνοντας στο σήμερα και στα τελευταία στοιχεία για τον αντιπληθωρισμό, βλέπουμε τις τιμές παραγωγού (χονδρικής) στη Γερμανία να καταγράφουν τη μεγαλύτερη πτώση, σε ετήσια βάση, από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υποχωρώντας σε ετήσια βάση κατά 7,8% τον Ιούλιο, έπειτα από πτώση 4,6% τον Ιούνιο. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη υποχώρηση, συγκεκριμένα, από το 1949, που η γερμανική στατιστική υπηρεσία άρχισε να συλλέγει τα σχετικά στοιχεία. Την ίδια στιγμή αρνητικό ρεκόρ που έσπασε αυτό του 1949 καταγράφηκε στις ΗΠΑ με το δείκτη τιμών παραγωγού να καταγράφει πτώση κατά 6,8% σε ετήσια βάση. Το προηγούμενο αρνητικό ρεκόρ του 1949 ήταν στο -5,2%. ![]() Εκτύπωση |
